Η Λίλα αλλού

το σπουργίτι!

Από  | 

«Το σπουργιτάκι μου ήρθε να πει τα καλαντα! Ανοίξτε την πόρτα!»

Αυτο φώναζε μόλις άκουγε την φωνή μου από το θυροτηλέφωνο του γραφείου της κάθε Παραμονή Πρωτοχρονιάς. «Ποιός είναι;» «Νονά ήρθα!» Και η καρδούλα μου χτυπούσε δυνατά. Πάντα με μια ανθοδέσμη στην αγκαλιά γεμάτη με κόκκινα τριαντάφυλλα για την ονομαστική της γιορτή. Βάσω. Η νονά μου η Βάσω! Και μετά….Με αγωνία στο ασανσέρ της πολυκατοικίας της οδού Καραμουρτζούνη.

Και μου φαινόταν τόσο αργό αυτο το αναθεματισμένο ασανσέρ….και ο διάδρομος τόσο σκοτεινός και μακρύς. Μα εκεί! Στην άκρη του, η πόρτα ήταν ανοιχτή, φως…και εκείνη με περίμενε στο κατώφλι. Με περιμενε! «Το παιδάκι μου το όμορφο! Που είσαι σπουργιτάκι μου;» έλεγε μόλις με αντίκρυζε και τα χέρια της άνοιγαν σαν φτερούγες με προσμονή . Και έκλεινε στην αγκαλιά της και μένα και την ανθοδέσμη μαζί. Και με φιλούσε στα μαλλιά. Γλυκά φιλιά. Και μύριζε τα μαλλιά μου . Και μετά ένα φιλί στο μάγουλο. Και σκούπιζε το σημάδι από το κόκκινο κραγιόν της .

Καθόταν στο γραφείο της. Χαμογελαστή. «Βάλε σε ένα βάζο τα λουλούδια και φέρε τα εδώ κοντά μου» έλεγε με ύφος αυστηρο, επαγγελματικό, χειραφετημένο μα ποτέ προσβλητικό. Και όταν πήγαινα να καθίσω στην καρέκλα μπροστά από το γραφείο της, απέναντί της με προλάβαινε. «Όχι εκεί! Όχι το σπουργιτάκι μου εκεί. Εσύ εδώ!» και άνοιγε πάλι τις φτερούγες της και με έκρυβε μέσα τους. Στην ζεστασιά της. Και τα λέγαμε Για το σχολείο, τους φίλους, τα αγόρια…Όχι με ύφος μαμαδίστικο ομως.

Είχε έναν τρόπο γλυκό να με συμβουλεύει, με την χαρακτηριστική φωνή της, καθώς με έκρυβε στην αγκαλιά της και φιλώντας με στα μαλλιά. Καθόμουν στα γόνατα της και το κορμί της έκανε παρασερνοντας και το δικό μου, κινήσεις μπρος πισω, όπως όταν νανουριζουμε τα μωρά και εγώ ηρεμούσα και αισθανόμουν ασφάλεια… Και τα χρόνια έφυγαν…και μεγαλώνοντας οι επισκέψεις μου αραιωσαν. Όχι όμως και τα δικά της τηλεφωνήματα στην μητέρα μου για να μαθαίνει τι κάνει το σπουργιτάκι της. Βλεπεις, οι αληθινές μάνες έτσι κάνουν. Ανοίγουν την αγκαλιά τους και αφήνουν τα παιδιά τους να πετάξουν ελεύθερα, μακριά, να κυνηγήσουν τα όνειρα τους και τα παρακολουθούν με διακριτικότητα.

Χωρίς να τα πνίγουν. Χωρίς να τους δημιουργούν τύψεις και συμπλέγματα. Πριν λιγες μέρες η νονά Βάσω εφυγε, πεταξε. Είχα χρόνια να την δω. Μα η μορφή της, η αίσθηση της δεν είχε ξεφτίσει μέσα μου. Οι μνήμες μου είναι ακόμα τόσο ζωντανές, γεμάτες φιλιά με σημάδι στο μάγουλο από το κόκκινο κραγιόν της, γεμάτες αγκαλιές, συμβουλές, χάδια και μια αγκαλιά κατακόκκινα τριαντάφυλλα….

Αντίο Νονά

 

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.