ιστοριες

Τα χαρτομάντηλα της επιβίωσης

Από  | 

Ήτανε νομίζω Τρίτη.

Είχε κρύο έξω μιας και ήτανε ακόμα χειμώνας. Ακουσα την πόρτα του μαγαζιού να ανοίγει. Ήταν ενας γεράκος. Ελαφριά ντυμένος για χειμώνα φορούσε ένα ελαφρύ καφέ μπουφάν και ένα μαύρο σκουφί στο κεφάλι του. Φαινόταν ταλαιπωρημένος με τα χείλη του, το προσωπό του και τα χέρια του σκασμένα απο το κρυο.

Μπαίνοντας στο μαγαζί φάνηκε να ζεστάθηκε και σήκωσε λιγο τους ώμους του Και με κοίταξε. Και τότε τον είδα και εγώ καλά. Τα μάτια του σαν να μιλουσαν  κατευθείαν στην ψυχη μου. Σαν να μου έλεγαν «κορίτσι μου κουράστηκα. Δεν αντέχω άλλο». Ήθελα να απαντήσω αλλα να έλεγα τι; Τι μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο που κοιμάται στους δρόμους, μέσα στο κρύο;

 

Με τρεμάμενη φωνή αλλα με ενα πονεμένο χαμογελο μου μιλησε. Πουλάω χαρτομάντηλα για να ζήσω, μου είπε. Άν έχεις να μου δώσεις κάτι. Πήρα λιγα χρήματα απο την τσάντα μου και του τα έδωσα. Δεν ήθελα να παρω χαρτομάντηλα αλλα επέμενε. Είχε μέσα του ακόμα, παρόλα όσα περνούσε, αυτή την φλόγα που έχουμε λίγο πολύ όλοι μας. Άυτην την περηφάνια. Δεν ήθελε ελεημοσύνη. Ήθελε απλα να πουλήσει τα χαρτομάντηλα του. Με ευχαρίστησε με το ίδιο χαμόγελο και με χαιρέτησε. Μόλις άνοιξε την πόρτα χαμήλωσε πάλι τους ώμους του και έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι..

Έμεινα θαμμενη στις σκέψεις μου εκεινη την μέρα. Σκεφτόμουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που «ζούνε» στους δρόμους. Πόσοι να είναι αυτοί που πουλάνε χαρτομάντηλα για να πάρουν κάτι να φάνε; Πόσοι να είναι αυτοί που απο περηφάνεια δεν δεχονται ούτε αυτο το κάτι παραπάνω; Πως κατέληξαν εκεί; Έχουν οικογένεια; Και τόσες άλλες ερωτήσεις γυρνούσαν στο μυαλο μου.

Το απογευμα που γύρισα σπίτι ήμουνα χειρότερα. Άρχισα να ποναω μεσα μου. Δάκρυα άρχισαν να τρεχουν απο τα μάτια μου. Αυτοί οι άνθρωποι παλεύουν καθημερινα να ζήσουν. Κάνουν τα πάντα για να καταφερουν να μαζεψουν εστω και λιγα χρηματα για να πάρουν ένα πιάτο φαγητό. Και δεν ειναι σίγουρο ότι θα φάνε κάθε μέρα.

Και απο την άλλη πλευρά ειναι αυτοί που τα έχουν όλα. Την δουλειά τους, τα σπίτια τους, την οικογένεια τους και παρολα αυτα φωναζουν και γκρινιάζουν και ζητανε και αλλα …και αλλα… και αλλα…..

Ξαφνικά ενιωσα γεματη θυμό. Γεματη οργή. Πως καταντήσαμε έτσι; Που είναι όλη αυτή η αγάπη που υπήρχε κάποτε στην κοινωνία; Όλοι μαλώνουν μεταξύ τους. Κάνουν πολέμους. Πεθαίνουν αθώοι άνθρωποι. Πεθαίνουν παιδια. Γιατι; Για το χρήμα. Για ένα μάτσο χαρτιά που μας κατάντησαν να εξαρτώμαστε απο αυτα. Για αυτα τα χαρτιά πεθαίνουν άντρες γυναίκες παιδια.. Για αυτα τα χαρτιά διαλύονται οικογένειες.

Η ώρα είχε περάσει και αποφάσισα να κοιμηθώ. Ξέρω πως το πρωί που θα ξυπνήσω δεν θα θυμάμαι τίποτα απο όλα αυτά που σκεφτόμουνα σήμερα. Θα έχω ξεχάσει την θλιψη μου για τους πολέμους και την οργή μου για τους ανθρώπους που δεν τους νοιάζει τίποτα παρα μόνο ο εαυτός τους. Τον γεράκο δεν θα τον ξεχάσω όμως.

Δεν θα ξεχάσω την θλίψη των ματιών του.

Δεν θα ξεχάσω το πονεμένο χαμόγελο του.

Αύριο ξημερώνει μια νέα μέρα το ξερω.

… αλλά θα συνεχίσουν να υπάρχουν εκεί δίπλα μου τα χαρτομάντηλα..

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.