ιστοριες

Μια αφρικανική ιστορία…

Από  | 

Το ταξίδι στη Σενεγάλη ήταν κάτι εντελώς αναπάντεχο. Λίγους μήνες πριν είχα επιστρέψει απο τη Νιγηρία, πολύ ταλαιπωρήμένη σε σημείο που άκουγα Νιγηρία και πάθαινα κρίσεις πανικού. Ειχα περάσει μεγάλα διαστήματα στο βορρά της χώρας όπου δραστηροποιείται η Μπόκο Χαράμ, με  τους ανθρώπους να πεθαίνουν στους καταυλισμούς ενώ ειχα γλυτώσει καθαρά απο τύχη όταν ένας βομβιστής αυτοκτονίας ανατινάχθηκε στην κεντρική αγορά μισή ώρα αφοτου είχα φύγει… Απο τις πρώτες κιόλας εβδομάδες στη χώρα είχα αρρωστήσει με τυφοειδή πυρετό και παρόλη την αγωγή παρέμεινα άρρωστη για σχεδόν έξι μήνες. Οταν πλέον κατέρρευσα σε ένα καταυλισμο και μεταφέρθηκα σε ένα ντόπιο νοσοκομείο- όπου ανακάλυψα ότι είχα και ελονοσία- κατάλαβα ότι μάλλον χρειαζόμουν ένα διάλειμμα. Με συνοπτικές διαδικασίες πήρα το γιο μου – που φυσικά ήταν μαζί μου στη Νιγηρία- και επιστρέψαμε Ελλάδα. Η προσφυγική κρίση ήταν τότε στο αποκορύφωμα και ενώ αρχικά σχεδίαζα να μείνουμε λίγο, τελικά βρήκα δουλειά και παραμείναμε στην Αθήνα.

Δεν πιστεύω στην τύχη ή στο σύμπαν που συνομωτεί και όλες αυτές τις «φιλοσοφίες» μαζικής κατανάλωσης, καμιά φορά όμως συμβαίνουν μια σειρά ποα γεγονότα που σε οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν είχες σχεδιάσει. Ετοιμαζόμουν να φύγω για το Αμμάν της Ιορδανίας όπου θα παρακολουθούσα ένα υποχρεωτικό εκπαιδευτικό σεμινάριο για 3 εβδομάδες όταν με ειδοποίησαν ότι αναβλήθηκε. Καθώς βαριόμουν πολύ να πάω, χάρηκα όμως η χαρά δεν κράτησε πολύ: το σεμινάριο ήταν υποχρεωτικό και αποφασίστηκε κατ εξαίρεση ότι θα πήγαινα στη Σενεγάλη ώστε να παρακολουθήσω την εκπαίδευση πριν το τέλος του χρόνου. Η αλήθεία είναι ότι δεν πήρα τα νέα με καλή διάθεση. Τι να πάω να κάνω στη Σενεγάλη, σκέφτηκα… Φοβόμουν μην πάθω πάλι ελονοσία, καθώς είχαν περάσιε μόνο 8 μήνες απο την ανάρρωση μου και γενικά είχα μια τόσο κακή διάθεση που σκεφτόμουν μέχρι και να παραιτηθώ απο τα νεύρα μου.

Οταν μπήκα στο αεροπλάνο για το Παρίσι και απο εκεί Ντακάρ σχεδόν έκλαιγα. Οταν έξι ώρες μετά προσγειωθήκαμε στο Ντακαρ, ανακάλυψα μια πανέμορφη πόλη, χτισμένη πάνω στον ωκεανό, σε ένα σταυροδρόμι όπου η Αφρική συναντάει την Γαλλία…

Αντιστάθηκα σε κάθε θετικό συναίσθημα και οχυρώθηκα πίσω απο τα νεύρα μου αρνούμενη όχι μόνο να ανακαλύψω τις ομορφιές της πόλης αλλά ακόμα και να κάνω παρέα με τους συνάδελφους που παρακολουθούσαν το ίδιο πρόγραμμα με μένα. Στο σεμινάριο κακοδιάθετη όπως πάντα καθόμουν στην καρέκλα μου και χάζευα στο κινητό. Φερόμουν σαν αντιδραστική εφηβη που την έχουν υποχρεώσει να κάτσει σε οικογενειακό τραπεζι.

Τη πρώτη μέρα του σεμιναρίου και ενώ είχαμε όλοι κάτσει στις θέσεις μας, δυνατά γέλια ακούστηκαν και μια δυνατή φωνή διαπέρασε την αίθουσα. Με την άκρη του ματιού μου βλέπω έναν πολύ ψηλό άντρα με ράστα μαλλιά να μπαίνει στο χώρο. Σχεδόν όλοι τον ήξεραν και τον χαιρετούσαν και αυτός μίλαγε δυνατα και γέλαγε.

Τι είναι τούτο το θορυβώδες πλάσμα σκεφτηκα. Μάλλον όμως τον κοιτούσα πολύ γιατί ήρθε προς το μέρος μου. Ενιωσα το χέρι του βαρύ στον ώμο μου και κόντεψα να χάσω την ισορροπία μου. Μου συστήθηκε, τον έλεγαν Ντομινικ και ήταν απο την Ακτή Ελεφαντοστού.

Αυτός μας έλειπε σκεφτηκα και επέστρεψα στην οθόνη του κινητού, ρίχνοντας του κλεφτές ματιές, απλά απο περιέργεια να δω τι κάνει και ποιος είναι.

Αν και δεν του μιλούσα, τον έβλεπα συνεχώς μπροστά μου καθώς μέναμε στον ίδιο όροφο του ξενοδοχείου. Κάθε φορά με χαιρετούσε και με χτυπούσε φιλικά στον ώμο και όπως ήταν δυο μέτρα και τεράστιος, φοβόμουν ότι στο τέλος θα πάθω εξάρθρωση. Τρεις μέρες αργότερα μας ειδοποίησαν ότι θα συνεχίζαμε την εκπαίδευση σε ένα νησί κοντά στο Ντακαρ όπου θα πηγαίναμε με το πλοίο. Ειχα ήδη πιάσει τη θέση μου στο λεωφορείο που θα μας πήγαινε στο λιμάνι και κοιτούσα την οθόνη του κινητού όταν ξαφνικά ένα χέρι απο το πουθενά, μου το αρπάζει.

Δεν θα στο ξαναδώσω μέχρι να γυρίσουμε στο Ντακάρ, μου λέει. Εμεινα άφωνη. Τον κοιτούσα με απορία αλλά το ύφος του δεν σήκωνε αντίρρηση. Χωρίς να ρωτήσει τίποτα, ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Κόλλησα στο παράθυρο, μου χαμογέλασε διάπλατα, τυλίχτηκε σε ενα μαντίλι και…κοιμήθηκε κρατώντας πάντα το κινητό μου στο χέρι.

Το νησί των Σκλάβων

Το νησί ήταν ενας πανέμορφος βράχος στη μέση του ωκεανού, πάνω στον οποίο στριμώχνονταν δεκάδες μικρά πέτρινα σπίτια. Οι περίπου 300 κάτοικοι του, ζούσαν απο το ψάρεμα και τον τουρισμό αλλά και απο τα κοσμήματα που έφτιαχναν με κοχύλια. Τα ΣΚ οι κάτοικοι του Ντακαρ και οι ξένοι τουρίστες κατεκλυζαν το νησί, τις υπόλοιπες μέρες όμως ήταν σχεδόν ερημικό. Ηταν τόσο ειδυλλιακά όμορφο που πολύ δύσκολα μπορούσε κάποιος να φανταστεί την τρομερή του ιστορία. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν το βασικό σημείο μεταφοράς και εμπορίας σκλάβων απο την Σενεγάλη και τις γειτονικές χώρες. Οι σκλάβοι μεταφέρονταν αλυσοδεμένοι στο νησί, τους χώριζαν ανάλογα με την ηλικία και το φύλο και τους στοίβαζαν σε πέτρινα υπόγεια που είχαν σκάψει μέσα στο βράχο. Οι γεροδεμένοι άντρες προορίζονταν απευθείας για τις φυτείες, τα μικρά κορίτσια και οι νέες γυναίκες για σεξουαλική εκμετάλευση πριν τις πουλήσουν ενώ τα μικρά παιδιά χωρίζονταν απο τους γονείς και φυλακίζονταν σε διαφορετικό σημείο του νησιού. Σε πολλά μωρά περνούσαν αλυσίδες και τα έδεναν περίπου όπως δένουν σήμερα τα οικόσιτα ζώα…Οσα επιζούσαν μεταφέρονταν ως σκλάβοι στην Αγγλία και την Αμερική.

Είχα επισκεφθεί τα υπόγεια κολαστήρια εκείνη την ημέρα όταν γυρνώντας προς το δωμάτιο μου, έπεσα πάνω στον Ντομινικ. Ειχε πάει να παίξει μπάσκετ. Με χαιρέτησε και του χαμογέλασα.

Είσαι όμορφη όταν χαμογελάς, είπε, να το κάνεις πιο συχνά.

Φαίνομαι τόσο κακοδιάθετη; ρώτησα. Χαμογέλασε.

Ας πούμε ότι θα έπρεπε να είσα πιο ξένοιαστη. Θα έρθω σε μια ώρα να σε πάρω απο το δωμάτιο και να είσαι ετοιμη, είπε και πριν προλάβω να απαντήσω έφυγε.

Εφυγα τρέχοντας και εγω, έπρεπε να κάνω μπάνιο, να αλλάξω, να φτιάξω μαλλι…εεεπ μα εγω δεν ήμουν που δεν ήθελα να μιλάω σε κανέναν; Σε 40 λεπτά είχα ετοιμαστεί, είχα αλλάξει ρούχα τρεις φορές, είχα πιάσει και αφήσει το μαλλί τουλάχιστον δεκα φορές και περίμενα στην πόρτα. Τότε συνειδητοποίησα πως όταν ενας αφρικανός λέει θα έρθει σε μια ώρα, πρέπει να υπολογίζεις δίωρο…Ημουν έτοιμη να βάλω τα κλάμματα, να ξεντυθώ και εκνευριζόμουν απίστευτα που ουτε κινητό είχα να τον πάρω να τον βρίσω, όταν εμφανίστηκε χαμογελαστός στο παράθυρο.

Δεν αργησα, έτσι;

Καθόλου απάντησα, και εγω να, μόλις τώρα ντύθηκα

Μου έπιασε το χέρι και βγήκαμε. Περπατήσαμε όλο το νησί μέχρι που βράδιασε. Μιλήσαμε για τις ζωές μας, τα όνειρα μας, τα παιδιά μας, ο Ντομινίκ είχε και αυτός μια κόρη στην ηλικία του γιου μου και είχε χωρίσει απο τη γαλλίδα σύζυγο του ένα χρόνο πριν.

Μετά το διαζύγιο, μου είπε σοβαρά, είχα αποφασίσιε ότι τέρμα οι Ευρωπαίες για μένα.

Έμεινε για λίγο σιωπηλός και με κοίταξε. Πήγα κάτι να πω και μου έκανε νόημα να σωπάσω. Μείναμε εκεί πάνω στο παράθυρο του δωματίου του, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, να ακούμε τον παφλασμό των κυμάτων.

Είναι στιγμές που νιώθεις ότι όλα τα μυστικά της ύπαρξης ξεγυμνώνονται μπροστά σου. Τότε που είσαι μόνος με την αλήθεια της ψυχής σου. Αυτό ακριβώς αισθάνθηκα, εκεί σε ένα μικρό αφρικανικό νησί με μαρτυρικό παρελθόν, όπου οι δυο μας γράψαμε την ιστορία μας απο την αρχή.

Αντίθετα με ότι θα περίμενε κανείς, η ιστορία μας είχε αρχή αλλά δεν είχε τέλος. Γιατί είναι κάποιες στιγμές που πρέπει να πεις το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι. Πρέπει να πάρεις θέση και ο χρόνος που μας δίνεται σε αυτη τη γη είναι πολύ σύντομος για να συγχωρήσει τις αναβολές.

Η ζωή έφερε στο δρόμο μου αυτό το λαμπερό πλάσμα με τα ράστα μαλλιά και το υπέροχο χαμόγελο. Πως θα μπορούσα να αρνηθώ τα υπέροχα δώρα που μου δίνονται;

Οι άνθρωποι είμαστε πολύπλοκα πλάσματα, δύσκολα και συχνά φοβισμένα. Αυτή η πολυπλοκότητα μας δύσκολα συνδυάζεται με την εφήμερη ύπαρξη μας. Μας μπερδεύει, μας κάνει να φοβόμαστε και να μένουμε στάσιμοι, να αναζητούμε συνεχώς ασφαλιστικές δικλειδές και εγγυήσεις ότι δεν θα πληγωθούμε, ότι δεν θα κάνουμε λάθη, ότι δεν θα χάσουμε τα κεκτημένα. Οι άνθρωποι απαιτούμε πολλά απο τη ζωή αλλά της δίνουμε ελάχιστα. Ισως αν κάποτε σταματήσουμε να απαιτούμε την ευτυχία, λέω ίσως, καταφέρουμε και να την αγγίξουμε. Νομίζω είμαι σε καλό δρόμο…

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.