Χωρίς κατηγορία

Island living

Από  | 

Όταν λέω ‘νησί’ εννοώ τη Θάσο, δυστυχώς ή ευτυχώς…

Στρόγγυλη, δαντελωτή γύρω-γύρω σαν τις ομελέτες (που φτιάχνω, που δεν είναι ποτέ ίσιες). Έχει πεύκα και παραλίες. Έχει ορεινά χωριά μέσα στο πράσινο, παραθαλάσσιες ‘Σκάλες’ με αμμουδιές, βράχια, μεγάλα κύματα, καθόλου κύματα, άσπρη άμμο, χοντρή-ψιλή άμμο, βότσαλο ή χαλίκι, ανάλογα τι ζητάει κανείς. Πλαζ με κόσμο και άνευ, με ομπρέλες-ξαπλώστρες-καντίνες ή με ντιπ τίποτα. Αχινούς, πεταλίδες, καβουράκια και φύκια ή τυρκουάζ πυθμένα που γυαλοκοπάει από χιλιόμετρα, που σε στραβώνει όταν τον χαζεύεις.

Κολυμπάω έξω από το Παλιό Λιμάνι του Λιμένα που τώρα λέγεται Θάσος όπως το νησί το ίδιο, ως το καρνάγιο που έχει γίνει ένα ωραίο μπαρ με το ίδιο όνομα (ερμ, ‘Καρνάγιο’). Το αρχαίο λιμάνι φαίνεται μέσα στα νερά σαν να θέλει να μας θυμίζει συνέχεια  (πρασινισμένα πανάρχαια μάρμαρα…) την ματαιότητα ματαιοτήτων. Η κόρη μου με ρώτησε μια μέρα αν πριν 3.000 χρόνια περπατούσε στην προβλήτα αυτή κάποια μαμά με τα παιδάκια της και είπα ναι, σίγουρα, και φαντάστηκα την μαμά να αλαφροπατάει με τα σανδάλια της στα ίδια, βυθισμένα σήμερα μάρμαρα, να λέει στην κόρη της «κοίτα μπροστά σου μη πέσεις!». Και, ναι. Φρίκαρα προς στιγμήν.

φωτο: Γιώργος Ιατρού

φωτο: Γιώργος Ιατρού

Εκεί που κολυμπάω τελωσπάντων ο βυθός έχει τα ίδια σημάδια εκατό χρόνια τώρα:  παλιά λάστιχα αυτοκινήτων χορταριασμένα σε συγκεκριμένα σημεία – ίσως το ρεύμα τα πηγαινοφαίρνει 1-2 χιλιοστά κάθε χρόνο, αλλά αποκλείεται μια και δεν υπάρχει ρεύμα. Μερικά καραφλά βράχια, υποβρύχια δάση με φύκια, βαθουλώματα του βυθού σαν να πάτησε ο Ποσειδώνας και να άνοιξε, μαλακά όμως, κρατηράκια με τις πατούσες του. Υπάρχει μια σκουριασμένη κονσέρβα – μιλάμε στα 4-5 μέτρα, όχι, δεν έχει φόβο να την πατήσει κανείς, κι αν έβλεπα κανονικά ίσως να πετύχαινα χταπόδι μέσα. Βλέπω θολά (μυωπία μποκού), μου αρέσει η θαλασσινή θολούρα, τα προτιμώ έτσι τα πράγματα και όχι μόνον κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Ο βυθός είναι μια σταθερά κι αυτό με ηρεμεί με κουλό, μη πω μεταφυσικό τρόπο: α, ορίστε η κονσέρβα, να η βαθούλα, το πρώτο λάστιχο, η φυκιάδα, η δεύτερη πιο μεγάλα φυκιάδα, και στο πλαίσιο έξω από το νερό, πεύκα-πλατάνια πάνω από τα σπιτάκια. Τα οποία είναι άναρχα και κακοχτισμένα. Αλλά πλαισιώνονται με ΤΟΣΟ πεύκο που δεν σε χαλάνε. Κάθομαι στο αγαπημένο beach bar,  σωστά, “Island beach bar”, και χαζεύω τη θάλασσα με τις ώρες.

(ΠΡΟΣΟΧΗ: Τεράστια παρένθεση που αφορά μόνον όσους θέλουν να πάνε/είναι στη Θάσο ή θέλουν να είναι/είναι Θασίτες!

Χθες πήγαμε στα Λιμενάρια: το χωριό που παλιά είχε καΐκια απευθείας από Καβάλα και από το Αγιο Όρος, απέναντι. Ο μπαμπάς των φίλων μου (Ντέπυ και Γιάννης Λασκαρίδης οι φίλοι), ο μπαμπάς λοιπόν είχε το μεγάλο καΐκι με το οποίο ο δικός μου μπαμπάς ερχότανε από την Καβάλα στη Θάσο όταν ήταν νέος, στα ‘50ς-‘60ς. Αργότερα έστησε μια εταιρεία με φέρυ-μπόουτ, Καβάλα-Λιμένας. Πάνω από τα Λιμενάρια αντέχει ακόμα το «Παλατάκι», το υπέροχο κτίριο για το οποίο αδιαφορεί το Σύμπαν, υπουργεία, πολιτιστικοί σύλλογοι, κληρονομιές, τα πάντα. Κάθε χρόνο το βλέπω και πιο διαλυμένο, έτοιμο να σωριαστεί πίσω από τα παλιά Μεταλλεία των οποίων ήταν στέγη-γραφεία-κλπ.

Στα Λιμενάρια φάγαμε στον «Στέλιο», νόστιμα μεζεδάκια, τα σκίσαμε αλλά ντάξει, πάντα λέμε «μπορούσαμε να είχαμε πάρει λιγότερα, να, έμεινε μισό καλαμαράκι». Φάγαμε και σπιτικούς μεζέδες στην «Σταμάτα» έξω από το Καζαβίτι, παραδοσιακό βουνήσιο χωριό. Ο αγαπημένος φίλος μου εδώ λέγεται Θανάσης Τσιρταβής και ξέρει όλα τα σούπερ μέρη της Θάσου στα οποία μπορείς να φας τέλεια, με όχι-εκατομμύρια.

Στον Λιμένα τρώμε στην «Ωραία Σύμη» του (ταλαντούχου!) Ανδρέα Χάντη, κάτι ψαρούκλες σημερινές και μαγειρευτά φαγητά, στον «Μύθο» αμερικάνικη πίτσα, «Στα αναμμένα κάρβουνα» χειροποίητο γύρο και νόστιμα μπιφτέκια, φτιαγμένα από τα χεράκια του Σάββα που παλιά ήτανε φωτογράφος. Η μαμά του Στέλλα έχει τον φούρνο (ναι, «Στέλλα») – τα κριτσίνια της είναι αχτύπητα. Ο «Σταμάτης» φτιάχνει σοκολατίνες Σέβεντυς και αφράτους λουκουμάδες  (2,50 ευ η μεγάαααλη μερίδα…) Στο «Αμμος» έχει ωραία μεζεδάκια όπως και «στους ψαράδες»,  το μίνι-ταβερνάκι του κυρίου Παναγιώτη που ρωτάει κανείς για να το βρει, λίγο πριν το “Island”. Ο Γιώργος Ιατρού που έχει-και-τρέχει το “Island” είναι η σύνδεσή μου με τη Θάσο – απαντάει το κινητό του ακόμα και εκτός σεζόν. Το ίδιο και ο αγαπημένος Σούλης Καλάης, που με φιλοξένησε επί χρόνια στο σπίτι του πάνω από το μπαρ του, που τώρα το νοικιάζει αλλά εμείς ακόμα το λέμε «Εδέμ». Ο Πάνος Ζαμπέκος έχει το πανέμορφο μπουτίκ ξενοδοχείο «Λίντο». Kουκλίστικη είναι η «Βίλλα Νικολέττα» της Νικολέτας και του Ηρακλή… του οποίου ο  μπαμπάς είχε για χρόνια την  αυθεντική Σερραϊκή μπουγάτσα της Θάσου – σήμερα λέγεται «Σάκης» το κατάστημα, η μπουγάτσα του εξακολουθεί να σκίζει. Το ξενοδοχειακό συγκρότημα «Μακρύαμμος», σε κάτασπρη και α-πί-στευ-τη παραλία τίγκα στο πεύκο, με μπάνγκαλοουζ που χάνονται ανάμεσα στο δάσος και το τυρκουάζ νερό, είναι ΤΟ ωραιότερο στην Ελλάδα, δεν σηκώνει συζήτηση.  Το ξενοδοχείο «Art» είναι σαν ροκοκό όπερα. Τέλος, ασχέτογλου αλλά σημαντική υποσημείωση, η Σοφία Κατσαμάκη, έχει το πιο αρωματικό, το πιο ριγανοπευκομυρωδάτο μέλι του κόσμου.

Όλα αυτά είναι οδηγίες προς Έλληνες τουρίστες, που δεν είναι και πολλοί. Επίσης… δεν έχω να κερδίσω απολύτως τίποτα, όσοι είναι να με κεράσουν, το κάνουν ήδη και οι υπόλοιποι σκασίλα τους. )

Έκλεισε η παρένθεση, εσείς που είστε από άλλα μέρη μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση, αν δεν έχετε ξεκινήσει για Θάσο/σιχτιρίσει δηλαδή:

Κανένας δεν πάει σε ένα νησί για να φάει – αλλά στη Θάσο πέφτω πάνω σε γεύσεις της παιδικής μου ηλικίας που όπως τα σημάδια στον βυθό, δεν έχουν αλλάξει.  Εντάξει, αλλάζουν όλα κλπ, δεν πατάς στο ίδιο ρυάκι 2 φορές που έλεγε κι ο Ηράκλειτος και τα σχετικά, τα ξέρω, δεν απογοητεύομαι που αλλάζουν τα σύμπαντα με ρυθμό καταπληκτικό, γοητεύομαι από τις αλλαγές μη σας πω… αλλά το ένα μέρος που διατηρεί κομμάτια από τα ‘60ς, ‘70ς και ‘80ς με ορίτζιναλ τρόπο, χωρίς να το κάνει επι τούτου*… το εκτιμάω όπως το τμήμα μνήμης (δικής μου λέω) που δεν έχει βουλιάξει ακόμα. Είναι σαν κληρονομικό αγροτεμάχιο η μνήμη μου, κανονικά, χάνονται δεξιά-αριστερά χωράφια, μερικές φορές και στρέμματα ολόκληρα. Η Θάσος μένει όπως ήτανε κατά τόπους κι αυτό είναι ανακουφιστικό, όχι γκανιάν-ανακουφιστικό, όχι «ουάου» αλλά «ουφ», όπως είναι η σωστή ανακούφιση μετά από μικρή έστω, εξηγήσιμη ή ανεξήγητη αγωνία…

*Δεν αλλάζει το νησί επειδή βαριέται ο άλλος να το αλλάξει (το νησί), σου λέει «μια χαρά είναι όπως είναι, μπάζει λίγο αλλά δε θα σκάσουμε, μη χαλάμε ότι δουλεύει» κλπ κλπ… το laissez passer- laissez-aller είναι μοτίβο εδώ – μπορεί να μπεις σ ένα μαγαζί και να μη σηκωθεί να σε εξυπηρετήσει ψυχή (τι βιάζεσαι; ), να ρωτάς «το έχετε σε μπλε;» και να σου απαντάνε «α δε γκζέρω, ψάξε μόνη σου εκειπέρα», μπορεί να χτυπάς μια πόρτα και να βαριέται να σου ανοίξει ο μέσα και τέτοια.

Ντεφώ: αφήνεις το βιβλίο σου έξω τη νύχτα και φουσκώνει από την υγρασία, κάθεσαι πάντα σε υγρά μαξιλάρια και τα μαγιώ στεγνώνουν μόνον δέκα μέρες τον Αύγουστο. Σε κυνηγάνε οι μέλισσες στην πλαζ. Χρειάζεσαι ΠΑΝΤΑ ζακέτα το βράδυ… ακόμα και τον Αύγουστο. Οι τουρίστες είναι Ρώσοι, Ρουμάνοι και Τούρκοι – δεν καταλαβαίνουν – και μερικοί ξώφαλτσοι Δανοί, Άγγλοι, Σουηδοί που εκτός που δεν καταλαβαίνουν, ΨΗΝΟΝΤΑΙ όλη μέρα στον ήλιο. Οι ντόπιοι όπως όλοι οι νησιώτες δεν πολύ-μπαίνουν στη θάλασσα («είναι κρύα/βαθειά/βρεγμένη…»)


babis banner2

  

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.