ιστοριες

Για τα προσφυγόπουλα που «φοβήθηκα» στο λιμάνι

Από  | 

Πρώτες μέρες στον Πειραιά με τους πρόσφυγες.

Καράβια αδειάζουν συνέχεια ανθρώπους.

Σκηνές παντού.

Φωνές παιδιών.

Βαριές ανάσες.

Υγρασία.

Βήχας.

Κλάματα νηπίων…

Σάββατο ήταν.

Ελεύθερη από δουλειά και παιδί.

Έφτασα στην Ε2 (δύο λεωφορεία, ένα ταξί, λίγος ποδαρόδρομος) μετά από ένα ποστάρισμα φίλου ότι χρειάζονται χέρια.

Ένιωσα σα να με είχαν πετάξει σε έναν άλλο πλανήτη.

Μια χούφτα άνθρωποι.

Η Κατερίνα, ο Πέτρος, ο Ντίνος, η Μαρία..

Κουζίνα από την Οργάνωση Γη.

Καζάνια.

Ανοιγμα συσκευασιών.

Αναζήτηση μεταφραστών.

Καθάρισμα καζανιών (το αγαπημένο μου, γιατί δεν χρειάζεται να ξέρεις και πολλά για να το πετύχεις)

Άσε που ειχα ακουσει τη Κατερίνα Σ να φωνάζει γιατί κάποιος είχε βάλει αλάτι στο νερό που έβραζε για μακαρόνια. Και αργούσε να ετοιμαστεί το φαγητό για τους πεινασμένους  ανθρώπους έξω.

Κυρίες. Από τον Πειραιά. Με αποφασισμένα πρόσωπα. «Ήλθαμε να βοηθήσουμε. Πες μας τι θέλετε». (που να ξέρω..μπας και ξέρω και γω τι κάνω..Κατρίναααα και πάλι Κατρίναααα)

Λάδια κάτω στη κουζίνα.

Ευκαιρία για φιγούρα moonwalking από τον Πέτρο.

Τσιγάρο έξω.

Να σαι πάνω στη θάλασσα ρε φιλε και να έχεις τη πλάτη σου γυρισμένη σε αυτήν και να προσπαθείς να μετρήσεις ψυχές. Χιλιάδες ψυχές.

Άνοιγμα κονσερβών.

Και ξανά συσκευασίες. Πέντε ντολμαδάκια. Τρεις κουταλιές φασόλια κλπ κλπ.

Κεφάλια που ζητούν τσάι. Γιατρό. Παιδίατρο.

Νερό. Μεταφραστές. Βοήθεια. Καροτσάκια. Χαρτί. Κουβέρτες. Σκηνές. Μπιμπερό.

Και φτάνει βράδυ πια.

Μαζεύτηκαν σκουπίδια.

Γέμισα δυό τεράστιες σακκούλες μαύρες, πήρα από μιά σε κάθε χέρι και ψιλόπαραπατώντας προσπαθώ να φτάσω στο κάδο σκουπιδιών στην άκρη της Ε2

Δυο πιτσιρίκια 5-6 ετών με πλησιάζουν.

Ένιωσα απειλή.

Είναι νύχτα. Είμαι πτώμα. Ψιλοβρέχει. Είμαι ανάμεσα σε σκηνές που μέσα οι άνθρωποι μιλούν ακατάληπτες σε μένα γλώσσες.

Αναρωτιέμαι «ρε φιλε τι γίνεται; πού ειμαι; γιατί αυτά τα μικρά μου μιλάνε; γιατί μου φωνάζουν; γιατί με τραβάνε; τι θέλουν από μένα;»

Σε δευτερόλεπτα καταλαβαίνω οτι απλά θέλουν να με βοηθήσουν με τις τεράστιες μαύρες σακούλες σκουπιδιών.

Πόσο ηλίθια θε μου, ένιωσα.

Πέταξα τα σκουπίδια με δύναμη στο κάδο.

Κάθισα στο πεζοδρόμιο, εκεί δίπλα στα σκουπίδια και έκλαψα. Μα πώς μπορεί να φοβήθηκα δυο παιδάκια σκεφτόμουν. Και είμαι και μάνα. Λες και είχα και τίποτα πάνω μου να μου πάρουν. Πόσο μα πόσο γελοία ένιωσα.

Δεν ξανά έκλαψα ποτέ για κανέναν πρόσφυγα.

Δεν ξαναφοβήθηκα ποτέ.

Σήμερα βρεθήκαμε αρκετοί από εμάς που είχαμε περάσει από την Ε2.

Μάλλον δεν θα αναγνώριζε ο ένας τον άλλον αν δεν υπήρχε το facebook.

Όλοι, μα όλοι εμπλέκονται, με κάποιο τρόπο στο προσφυγικό ακόμη και σήμερα, που οι περισσότεροι (άλλοι) άνθρωποι έχουν ψιλοξεχάσει τους πρόσφυγες.   Δεν τους έχουν δα και στα πόδια τους. ´Η μπροστά στα μάτια τους, όπως ήταν στο λιμάνι.

Είμαι περήφανοι ρε που σας γνώρισα και που κάνετε ο,τι κάνετε. Συνεχίστε.

Αρτεμις Κ

babis banner2

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.