ιστοριες

Γιατί δεν οδηγώ. (σκασίλα σας, αλλά διαβάστε!)

Από  | 

Η πιο ενδιαφέρουσα απάντηση στο «γιατί δεν οδηγείς;» είναι η στάνταρ, συνήθως αληθινή: «ήμουν σε αυτοκινητιστικό μικρή/ός και από τότε φρίκαρα» – ισχύει για την περίπτωσή μου όπως και για τους περισσότερους μη-οδηγούς… αλλά ΒΑΣΙΚΑ όταν άρχισα να δουλεύω στα περιοδικά στα ‘80ς δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομμύριο πιθανότητα να αγοράσω αυτοκίνητο. Έβγαζα λεφτά, δεν έχω παράπονο, έφταναν να πληρώνω ενοίκιο, φαί, μπαφουμουάρ και λοιπά έξοδα. Όσο περισσότερα έβγαζα, τόσο έβρισκα δικαιολογίες να τα τρώω σε ταξίδια, διακοπές και – παραλίγο να πω «γκόμενες», παρασυρμένη από τον Τζωρτζ Μπεστ… –  ΚΑΙ, λέμε, σε παπούτσια. Τα παπούτσια ήταν απαραίτητα μια και πήγαινα στις δουλειές με τα πόδια – όργωνα το κέντρο με βήμα ταχύ κι έφτανα παντού ιδρωμένη (πράγμα που ισχύει ακόμα…). Προ μετρό, για να πας πχ από Πλατεία Βικτωρίας στην Σταδίου & Χρήστου Λαδά όπου δούλευες στον ΔΟΛ, ήθελες μια ώρα μέσα στην ασάλευτη κίνηση, πολλές δραχμές σε ταξί και άγιο για να βρεις πάρκινγκ, αν οδηγούσες. Περπατητά, το έκανα 35 λεπτά – χωρίς τρεχάλα.

Μετά περνούσαν τα χρόνια κι εξακολουθούσα να μην μαθαίνω να οδηγώ. Έβρισκα δικαιολογίες (η δουλειά είναι δίπλα στο σπίτι, η δουλειά πήγε μακριά από το σπίτι αλλά δουλεύω από το σπίτι οπότε μια φορά-δύο την εβδομάδα ας πάρω κι ένα ταξί, η δουλειά δεν αφήνει ελεύθερο χρόνο για μαθήματα οδήγησης, κλπ κλπ)

Η δικαιολογία του δυστυχήματος της εφηβείας δεν μου ερχόταν εύκολη. Μερικές φορές ξυπνάω τη νύχτα με την αίσθηση «χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου», (ξαναζώ στον ύπνο μου) την φρικαριστική στιγμή κατά την οποίαν το αμάξι μέσα στο οποίο βρίσκεσαι γλιστράει, σπινάρει, σαλτάρει, χάνει την επαφή με το δρόμο. Οι ρόδες γυρίζουν στον αέρα χωρίς να πιάνουν πουθενά, για κλάσματα δευτερολέπτου αιωρείσαι, καταλαβαίνεις στο βάθος της ψυχής σου ότι το όχημα είναι ανεξέλεγκτο… και ότι η ψυχή σου είναι κοντά, πολύ κοντά στο να σε εγκαταλείψει μια και καλή.

babis banner2

Ευτυχώς είναι σπάνιοι εφιάλτες κι ακόμα πιο ευτυχώς, δεν ξανα-βρέθηκα σε σοβαρό αυτοκινητιστικό από τότε, που ήμουν 16 χρονών και σκόπευα να μάθω να οδηγώ αύριο-μεθαύριο…

Κατάφερα πάντως να μεγαλώσω (και να μεγαλώνω ακόμα δηλαδή) τρία παιδιά χωρίς να οδηγώ: τα τρέχω από δω κι από κει με τα πόδια, με ταξί και με ΜΜΕ. Μερικές φορές τα τρέχει ο μπαμπάς τους με αμάξι. Ο μεγάλος μου γιός ήθελε να παίξει μπάλα στα τσικό της ΑΕΚ στους Θρακομακεδόνες (εκεί γινόντουσαν οι προπονήσεις) και με έβριζε που δεν οδηγούσα, να τον πηγαίνω ως εκεί τα μεσημέρια… αλλά ένυγουεη δεν προλάβαινε τις προπονήσεις γιατί σχολούσε αργά, πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο, η μπάλα θέλει δημόσιο ΚΑΙ μεταφορικό να σε πηγαίνει στα βουνά, φταίω, χτυπιέμαι καμιά φορά που η ΑΕΚ έχασε ένα ταλέντο κι ο μεγάλος δεν έκανε την καριέρα που θα μπορούσε να κάνει στη μπάλα – χίλιες δικαιολογίες, το ξέρω. Αν οδηγούσα, λές ο μεγάλος να ήτανε σήμερα ο Αραβίδης; Και γι αυτό εγώ φταίω;  Μήπως και για τα γκολ που έφαγε η ΑΕΚ τα τελευταία χρόνια, με την έννοια ότι αν ο μεγάλος (αριστερό μπακ, αριστεροπόδαρος) έπαιζε σήμερα στην ομάδα, ΑΝ είχα μάθει να οδηγώ και τον πήγαινα Αμπελόκηπους-Θρακομακεδόνες 3 φορές τη βδομάδα ΚΑΙ πρωινά Σαββάτου, θα σκίζαμε χασέδες ως ΑΕΚ;

Ντάξει ναι.

Είναι κι άλλα βέβεια – είμαι τρομερά αφηρημένη, θαυμάζω τους ανθρώπους που θυμούνται που σκατά έχουνε παρκάρει το αμάξι τους. Μια ζωή τσίμπαγα με άντρες που οδηγούσαν καλά (=καλύτερα από εμένα, που δεν οδηγούσα καθόλου… ναι, δεν ήμουν πολύ τσούζυ στα νιάτα μου.) Ξεχνάω να κοιτάξω δεξιά-αριστερά όταν περνάω το δρόμο ΠΕΖΗ, μου λένε «φορτηγό!» και σκέφτομαι τον Σαββόπουλο, οι συνειρμοί δηλαδή, οι συνάψεις δεν είναι σωστά συνδεδεμένες, κάτι για το οποίο δεν φταίει το αυτοκινητιστικό πόσο μάλλον η ΑΕΚ.

Πηγαινοφέρνω τα παιδιά μου με τα πόδια: 860 μέτρα το πρωί ως το σχολείο τους, συζητάμε, χαζεύουμε, αναλύουμε τα θέματά μας. Ξέρω πως θα μου λείψουν οι πρωινοί περίπατοι 10 ή 20 χρόνια μετά, θα τους θυμάμαι με νοσταλγία, θα μετανιώνω για τα πρωινά που ήμουν αγχωμένη μην αργήσουμε, που μάλωνα τα παιδιά επειδή κολλούσαν όπου είχε χάζι… όταν ο μεγάλος ήταν 7, προτιμούσε να τον πηγαίνει ο παππούς του ως την στάση του σχολικού. «Ο παππούς μαμά ποτέ δεν βιάζεται», μου είπε μια μέρα. Και… κόμπλαρα, περίπου αναζήτησα το Ζεν μέσα μου (κάτι που είναι λιγότερο φέηκ από ότι ακούγεται, μπηλίβ μι)-  άρχισα να μην βιάζομαι ούτε εγώ. Το «μαμά, κοίτα, κι άλλο σαλιγκαράκι!»  έγινε κομμάτι της βόλτας μας. Δεν φαντάζεστε πόσα σαλιγκαράκια έχει η Αθήνα…

Θα μάθω να οδηγώ κάποια στιγμή. Θα χρεωθώ 200 κιλά σιδεριές και μηχάνημα και θα βγαίνω έτσι στους δρόμους – κάτι που μου φαίνεται αδιανόητο, για αποστάσεις κάτω των 2 χιλιομέτρων. Δεν θα φορτώνομαι στους φίλους και συγγενείς μου πια, να με βάζουν στα αμάξια τους για μακρινές αποστάσεις. Ίσως γλυτώσω μια περιουσία που έχω χαρίσει χρόνια τώρα στα ταξί… που και να την είχα στη μπάντα, θα μου την έπαιρνε η Εφορία μέχρι ρουλεμάν έτσι κι αλλιώς. Τουλάχιστον τα έδωσα σε συμπαθητικούς (συνήθως) ανθρώπους που οδηγούσαν ταξί και μου έλεγαν ΤΑ ΠΑΝΤΑ για ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ακόμα και για την ΑΕΚ.

Σχόλια

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.